Πέμπτη, 19 Αυγούστου 2010

Η δημιουγία του Κόσμου και του Ανθρώπου

Εισαγωγή

Ζούμε στην εποχή της τεχνολογίας, της μεθόδου, της ανάλυσης, το ένα πείραμα διαδέχεται το άλλο, η μία έρευνα ανοίγει το δρόμο για μια νέα, η μια ανακάλυψη οδηγεί σε μιαν άλλη. Ζούμε στην εποχή της γνώσης, στην εποχή που ο άνθρωπος ανακαλύπτει ολοένα και περισσότερα με ρυθμούς ασύλληπτους. Πολλές οι απαντήσεις σε ερωτήματα που απασχολούν τον άνθρωπο εδώ και πολλά χρόνια. Είναι λοιπόν φυσικό να γεννιέται μέσα μας μια ευφορία, μια υπερηφάνεια για τη δύναμη του ανθρώπινου μυαλού και του τεχνολογικού πολιτισμού μας. Με ευκολία εκφράζουμε περιφρόνηση για παλιές πατροπαράδοτες ιδέες. Από την άλλη, πολλοί από μας, δυσκολεύονται να αποδεχτούν την ανατροπή αυτών των ιδεών, που τις θεωρούσαμε δεδομένες για χρόνια ή για αιώνες ολόκληρους. Μας φαίνεται πως κάποιες νέες ανακαλύψεις μας οδηγούν σε μια σύγκρουση με τα πιστεύω μας, με την διδασκαλία της Εκκλησίας.

Συμβαίνει λοιπόν συχνά να ακούμε εκφράσεις από τους μεν, όπως: «οι επιστήμονες είναι άθεοι», «η εξέλιξη είναι μόνο μια θεωρία που την διαδίδουν άθεοι», «πίστευε και μη ερεύνα», «μας λένε ότι ο άνθρωπος κατάγεται από τον πίθηκο, ή ότι υπάρχουν άνθρωποι πάνω από 100.000 χρόνια ενώ εμείς ξέρουμε ότι ο Αδάμ που τον έφτιαξε ο Θεός πριν 7000 χρόνια είναι ο προπάτορας της ανθρωπότητας», και από τους δε, όπως: «όσοι πιστεύουν εθελοτυφλούν», «στην Παλαιά Διαθήκη λέει ότι ο κόσμος έγινε σε έξι ημέρες και μάλιστα ότι ο ήλιος και το φεγγάρι δημιουργήθηκαν μετά από τη γη, την 4η ημέρα» κ. α.

Είναι λοιπόν διάχυτη η ιδέα ότι υπάρχει μια αντίθεση μεταξύ των απόψεων της επιστήμης και της γραπτής εκκλησιαστικής παράδοσης. Μαθητές στα σχολεία διδάσκονται στην βιολογία τα εκπληκτικά ευρήματα της επιστήμης, αλλά έρχονται μετά οι θεολόγοι και προσπαθούν να ανατρέψουν ή να παραμερίσουν την σπουδαιότητα των επιστημονικών ευρημάτων, μη έχοντας τη δυνατότητα να συσχετίσουν τα νέα δεδομένα της επιστήμης με τις θεολογικές απόψεις περί της κτίσης και της δημιουργίας του ανθρώπου.

Αυτό σίγουρα είναι ένα μεγάλο δυστύχημα και γίνεται ακόμη μεγαλύτερο όταν διαπιστώνει κανείς ότι η μόνη αιτία της αντίθεσης αυτής είναι η άγνοια και η παρερμηνεία των θεολογικών κειμένων.

Όχι μόνο δεν υπάρχει αντίθεση στα κείμενα της Αγίας Γραφής και των Πατέρων της Εκκλησίας με τα ευρήματα της επιστήμης, αλλά είναι εκπληκτικό το γεγονός ότι η «Γένεσις» το πρώτο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης και μάλιστα το πρώτο φύλλο της, που περιγράφει την δημιουργία του κόσμου και του ανθρώπου, αν και έχει γραφεί περίπου 4000 χρόνια πριν, αποτελεί την περίληψη όλης της σύγχρονης γνώσης για τον κόσμο και τη δημιουργία. Ο Μέγας Βασίλειος, ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος και ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης, ερμήνευσαν στους «λόγους για την Εξαήμερο» που μας άφησαν πριν 1000 περίπου χρόνια, τόσο ορθά την «Γένεση» που δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αντίθεσης με τις σημερινές επιστημονικές απόψεις. Δυστυχώς όμως, παρόλο που τιμούμε τους Αγίους ως «Ουρανοφάντορες» δεν έχουμε μελετήσει σε βάθος τα συγγράμματά τους, και αγνοούμε τις πρωτοποριακές για την εποχή τους αντιλήψεις που μας κληροδότησαν.

Θα προσπαθήσουμε περιληπτικά να δώσουμε παρακάτω τα βασικότερα σημεία της διδασκαλίας που μας άφησαν οι άγιοι της Εκκλησίας μας καθώς επίσης να ερμηνεύσουμε με τον δικό τους τρόπο το 1ο φύλλο της Παλαιάς Διαθήκης, για να διαπιστώσουμε την ομοιότητα της περιγραφής με τα σύγχρονα συμπεράσματα της επιστήμης.

Στις παρακάτω γραμμές δεν θα βρείτε αναλυτική μελέτη. Αν κάποιος επιθυμεί να μελετήσει σε μεγαλύτερο βάθος το θέμα της εξαημέρου, μπορεί να ανατρέξει στο βιβλίο «Οι έξι Αυγές» του γιατρού Αλ. Καλόμοιρου που εκδόθηκε το 1990 από τις εκδόσεις «Ζέφυρος» ή να το βρει στο διαδίκτυο στη διεύθυνση http://www.epignosi.eu/archieveEpignosi.aspx .


Η Δημιουργία του Κόσμου και του Ανθρώπου.

Με τα μάτια της Βιολογίας ή με τα μάτια της Θεολογίας;
Υπάρχει διαφορά;

Πώς ερμηνεύουν οι πατέρες της Εκκλησίας την "Εξαήμερο", την ιστορία της δημιουργίας του Κόσμου και του Ανθρώπου που περιγράφεται στο 1ο κεφάλαιο της Παλαιάς Διαθήκης. Για να πάρουμε μια ιδέα του κειμένου, παραθέτουμε το πρώτο φύλλο:

Κεφάλαιο α΄


1. Στην Αρχή ο Θεός έφτιαξε τον Ουρανό και τη Γη. 2. Αλλά η Γη ήταν αόρατη και ακατασκεύαστη. Σκοτάδι επικρατούσε πάνω από την άβυσσο και Πνεύμα Θεού περιέθαλπε τα ύδατα. 3. Και είπε ο Θεός: να γίνει Φως. Και έγινε Φως. 4. Και είδε ο Θεός το Φως ότι ήταν καλό. Και διαχώρισε ο Θεός ανάμεσα στο Φως και ανάμεσα στο σκοτάδι. 5. και εκάλεσε ο Θεός το Φως ημέρα και το σκότος το εκάλεσε νύχτα. Και έγινε εσπέρα και έγινε πρωί ημέρα Μία.


6. Και είπε ο Θεός: να γίνει στερέωμα ανάμεσα από το νερό που να διαχωρίζει ανάμεσα στο νερό και στο νερό. Και έγινε έτσι. 7. και έφτιαξε ο Θεός το στερέωμα και διαχώρισε ο Θεός ανάμεσα από το νερό που ήταν κάτω από το στερέωμα και από το νερό που ήταν επάνω από το στερέωμα. 8. και εκάλεσε ο Θεός το στερέωμα Ουρανό. Και είδε ο Θεός ότι ήταν καλό. Και έγινε εσπέρα, και έγινε πρωί ημέρα δευτέρα.


9. Και είπε ο Θεός: να συναχθεί το νερό που είναι κάτω από τον ουρανό σε μία συναγωγή και να φανεί η ξηρά. Και έγινε έτσι. Και μαζεύτηκε το νερό που βρίσκονταν κάτω από τον ουρανό στις συναγωγές του και φάνηκε η ξηρά. 10. Και κάλεσε ο Θεός την ξηρά γη, και τα συστήματα των υδάτων τα ονόμασε θάλασσες. Και είδε ο Θεός ότι ήταν καλό. 11. Και είπε ο Θεός: να βλαστήσει η γη βοτάνη χόρτου, που να σπέρνει σπέρμα κατά το γένος και κατά όμοιο είδος, και ξύλο καρποφόρο που να φτιάχνει καρπό, του οποίου το σπέρμα να βρίσκεται μέσα του, κατά γένος επάνω στη γη. Και έγινε έτσι. 12. Και έβγαλε έξω η γη βοτάνη χόρτου που σπέρνει το σπέρμα κατά το γένος και κατά όμοιο είδος, και ξύλο καρποφόρο που έκανε καρπό, του οποίου το σπέρμα ήταν μέσα του, κατά γένος πάνω στη γη. Και είδε ο Θεός ότι ήταν καλό. Και έγινε εσπέρα και έγινε πρωί ημέρα τρίτη.


14. Και είπε ο Θεός: να γεννηθούν φωστήρες μέσα στο στερέωμα του ουρανού για να φέγγουν πάνω στη γη, ώστε να διαχωρίζεται η ημέρα από τη νύχτα και να είναι σημάδια για τις εποχές, τις μέρες και τα χρόνια, 15. και να μένουν στο στερέωμα του ουρανού ώστε να φέγγουν πάνω στη γη. Και έγινε έτσι. 16. Και έφτιαξε ο Θεός τους δύο φωστήρες τους μεγάλους, τον φωστήρα τον μέγα να άρχει την ημέρα και τον φωστήρα τον μικρότερο να άρχει την νύχτα, καθώς και τα αστέρια. 17. Και τους τοποθέτησε ο Θεός στο στερέωμα του ουρανού ώστε να φέγγουν πάνω στη γη 18. και να άρχουν στην ημέρα και στη νύχτα, και να διαχωρίζουν ανάμεσα από το φως και ανάμεσα από το σκότος. Και είδε ο Θεός ότι είναι καλό. 19. Και έγινε εσπέρα και έγινε πρωί ημέρα τετάρτη.


20. Και είπε ο Θεός: να βγάλουν τα ύδατα ερπετά ψυχών ζωσών και πετεινά που να πετούν πάνω από τη γη στο στερέωμα του ουρανού. Και έγινε έτσι. 21. Και έφτιαξε ο Θεός τα κήτη τα μεγάλα και κάθε ψυχή ζώων ερπετών, τα οποία έβγαλαν τα ύδατα κατά τα γένη τους, και κάθε πετεινό πτερωτό κατά γένος. Και είδε ο Θεός ότι καλά. 22. Και ευλόγησε αυτά ο Θεός, λέγοντας: αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και γεμίσατε τα νερά μέσα στις θάλασσες και τα πετεινά να πληθύνουν πάνω στη γη. 23 Και έγινε εσπέρα και έγινε πρωί ημέρα πέμπτη.


24. Και είπε ο Θεός: να βγάλει η γη ψυχή ζώσα κατά γένος, τετράποδα και ερπετά και θηρία της γης κατά γένος. Και έγινε έτσι. 25. Και έφτιαξε ο Θεός τα θηρία της γης κατά γένος, και τα κτήνη κατά το γένος τους και όλα τα ερπετά της γης κατά το γένος τους. Και είδε ο θεός ότι είναι καλά. 26. Και είπε ο Θεός: να φτιάξουμε άνθρωπο κατ΄ εικόνα μας και καθ΄ ομοίωση, να άρχουν των ιχθύων της θάλασσας και των πετεινών του ουρανού και των κτηνών και σ΄ όλη τη γη και σ΄ όλα τα ερπετά που έρπουν στη γη. 27. και έφτιαξε ο Θεός τον άνθρωπο, κατ΄ εικόνα Θεού τον έφτιαξε. Αρσενικό και θηλυκό τους έφτιαξε. 28. και τους ευλόγησε ο Θεός λέγοντας: να αυξάνεσθε και να πληθύνεσθε και να γεμίσετε την γη και να την κατακυριεύσετε και να άρχετε πάνω στα ψάρια της θάλασσας και πάνω στα πετεινά του ουρανού και πάνω σ΄ όλα τα κτήνη και σ΄ όλη τη γη και σ΄ όλα τα ερπετά που έρπουν στη γη. 29. και είπε ο Θεός: Να, σας έδωσα κάθε χόρτο σπόριμο που σπέρνει σπέρμα, το οποίο είναι πάνω σ΄ όλη την γη, και κάθε ξύλο που έχει μέσα του καρπό σπέρματος σπορίμου, για να το έχετε για τροφή. 30. Και όλα τα θηρία της γης και όλα τα πετεινά του ουρανού και όλα τα ερπετά που έρπουν στη γη που έχουν μέσα τους ψυχή ζωής, και κάθε χλωρό χορτάρι, όλα να τα έχετε για τροφή. Και έγινε έτσι. 31. και είδε ο Θεός τα πάντα όσα εποίησε, και να, όλα είναι πολύ καλά. Και έγινε εσπέρα και έγινε πρωί, ημέρα έκτη.
 Κεφάλαιο β΄

1. Και συμπληρώθηκαν και τελειοποιήθηκαν ο ουρανός και η γη και όλος ο διάκοσμος αυτών. 2. και τελείωσε ο Θεός την έκτη ημέρα τα έργα του, όσα έκανε και κατάπαυσε την έβδομη ημέρα από όλα τα έργα του όσα έκανε. 3. και ευλόγησε ο Θεός την ημέρα την έβδομη και την αγίασε. Γιατί αυτήν την ημέρα κατάπαυσε από όλα τα έργα του που είχε αρχίσει να δημιουργεί.

Στις παραπάνω γραμμές, στο πρώτο φύλλο της Παλαιάς Διαθήκης, ολοκληρώνεται η διήγηση για τη δημιουργία του Κόσμου και του Ανθρώπου. Τίποτε μέχρι εδώ δεν αναφέρεται στον Αδάμ και στην Εύα. Παρακάτω όμως το κεφάλαιο συνεχίζει με την διήγηση μιας νέας και ανεξάρτητης ισ
 τορίας, που αφορά δύο συγκεκριμένα πρόσωπα πλέον, τον Αδάμ και την Εύα και εξελίσσεται σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. Είναι η ιστορία μιας νησίδας χάριτος, μιας εξόδου από την φθαρτή κατάσταση που ζούσε ολόκληρη η κτίση, η περιγραφή μιας κατάστασης οντολογικής σημασίας, που μοιάζει με την έξοδο από την ιστορία που έζησαν οι τρεις απόστολοι στο όρος Θαβώρ στη Μεταμόρφωση. Μια μεταφορά δύο ανθρώπων που είναι οι προπάτορες του Ισραήλ, σε μια «νησίδα» χάριτος, μια πρόγευση της Βασιλείας των Ουρανών, και μια γνωριμία με τον ενανθρωπίσαντα και αναστάντα Θεό, τον Ιησού Χριστό, με τον οποίο μιλούσαν οι δύο αυτοί άνθρωποι και οι απόγονοί τους, πρόσωπο προς πρόσωπο. (Ο αναστάς Χριστός ως Θεός βρίσκεται εκτός χρόνου και επομένως είναι παρών σε ολόκληρη της ιστορία της Δημιουργίας).

Δεν πρόκειται βέβαια για τους πρώτους ανθρώπους που δημιουργήθηκαν στην γη, αλλά για τους πρώτους ανθρώπους που "ενεφύσησε ο Θεός πνοήν ζωής στο πρόσωπό τους και εγένοντο εις ψυχήν ζώσαν", που  με το εμφύσημα εμποτίστηκαν με το Άγιο Πνεύμα και έγιναν οι ζωές τους αληθινά ζωντανές. Για τη διήγηση αυτή και για το πνευματικό της νόημα, βλέπε παρακάτω.

Ας δούμε επί τροχάδην τις αλήθειες που φανερώνει η διήγηση που ξετυλίξαμε παραπάνω για την δημιουργία του κόσμου, και πόσο αυτές ταυτίζονται με τις αλήθειες που περιγράφει σήμερα η επιστήμη.


Σύμφωνα με τη διδασκαλία των πατέρων της Εκκλησίας, του Αγίου Γρηγορίου Νύσσης ( PG 44, 77D), του Αγίου Βασιλείου του Μεγάλου («Εις εξαήμερον», P.G. 29, 36 B ή ΕΠΕ 4, 74), το σύμπαν προέρχεται από έναν «σπόρο». Τα άστρα, η γη, τα φυτά, τα ζώα, οι άνθρωποι, είμαστε βλαστοί που φύτρωσαν από τον ίδιο αρχικό σπόρο. Όπως οι καταβολές ολόκληρου του δένδρου υπάρχουν στο σπόρο του, έτσι και οι καταβολές του σύμπαντος υπήρχαν στην πρώτη του Θεού κίνηση για τη δημιουργία. Γι΄ αυτό ξεκινά η διήγηση με τη φράση: «Εν Αρχή εποίησε ο Θεός τον Ουρανό και τη Γη». Σ΄ αυτή την πρώτη αρχή περιέχονται οι καταβολές ολόκληρης της δημιουργίας που σιγά σιγά ξεδιπλώνεται μέσα στον χρόνο ο οποίος είναι αναπόσπαστη διάσταση της κτίσης. Ξεδιπλώνεται και φανερώνει το ένα κλαδί μετά το άλλο, από τα ατελή στα τέλεια, η μία ζωή από την άλλη, το ένα είδος από το άλλο, μέχρι που φανερώνεται ο άνθρωπος το τελειότερο δημιούργημα του Θεού και αντιπρόσωπος ολόκληρης της κτίσης, φτιαγμένος κατ΄ εικόνα του Θεού. Όλα τα κτίσματα συγγενεύουν μεταξύ τους, αφού προέρχονται το ένα από το άλλο, όχι μόνο τα έμψυχα αλλά και τα άψυχα, δηλαδή η αδρανής ύλη από την οποία προερχόμαστε. Γι΄ αυτό, όπως θα δούμε και παρακάτω, η σωτηρία του ανθρώπου αντανακλά σ΄ ολόκληρη την κτίση όπως και η πτώση του ανθρώπου είχε αντίκτυπο σ΄ ολόκληρη την κτίση και την έριξε στην φθορά.

Ο Θεός δεν χρειάζεται τον χρόνο για να δημιουργήσει. Ο Θεός είναι έξω από τον χρόνο. Ο χρόνος είναι διάσταση της Κτίσης. Η Κτίση χρειάζεται τον χρόνο, εμείς τον έχουμε ανάγκη. Και βέβαια, οι «έξι μέρες» που περιγράφει η Γένεση, δεν αφορούν ημερονύχτια, εικοσιτετράωρα, αλλά μεγάλες χρονικές περιόδους εκατομμυρίων χρόνων η κάθε μία. Ο Μέγας Βασίλειος είναι σαφέστατος: «Ημέρα μία ώσπερ χίλια έτη και χίλια έτη ώσπερ ημέρα μία. Ώστε καν ημέρα είπεις καν αιώνα, την αυτήν ερείς έννοιαν» (ΕΠΕ 4, 98).

Όταν λέει λοιπόν η γραφή ότι «Εν αρχή δημιούργησε ο Θεός τον Ουρανό και τη Γη» εννοεί ότι δημιούργησε το σύμπαν ολόκληρο, και φυσικά και τον ήλιο και το φεγγάρι και τα άστρα. Όλα τα ουράνια σώματα. Μια από τις παρανοήσεις που προκαλεί μια επιπόλαιη ανάγνωση είναι ότι ο ήλιος και το φεγγάρι και τα άστρα δημιουργήθηκαν αργότερα, την τέταρτη μέρα, γιατί όπως θα δούμε τότε φάνηκαν στην επιφάνεια της γης.

Τη γη την τονίζει ιδιαίτερα από την αρχή της διήγησης, αν και πρόκειται για ένα ελάχιστο ουράνιο σώμα στο σύμπαν. Αυτό συμβαίνει για δύο λόγους. Πρώτα γιατί είναι το σημείο του σύμπαντος όπου ο Θεός ενώθηκε με τη δημιουργία του και έγινε άνθρωπος από την Υπεραγία Θεοτόκο. Είναι ο τόπος που γεννήθηκε ο Χριστός. Ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι υπάρχει και σε άλλα ουράνια σώματα ζωή, έστω και μεγάλης βιολογικής αξίας, αυτή η ζωή δεν θα είναι κατ΄ εικόνα του Θεού, δεν θα είναι άνθρωπος. Μόνο ο άνθρωπος είναι στα πρότυπα του Ιησού Χριστού, του αναστάντος και ανελθόντος στους Ουρανούς και ευρισκομένου επί του Θρόνου της Θεότητας. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι σκοπός της διήγησης είναι η περιγραφή αυτής ακριβώς της ιστορίας, το πως δηλαδή βλέπει κάποιος παρατηρητής από την επιφάνεια της γης την δημιουργία του κόσμου και την σωτηρία του κόσμου αυτού μέσω της Ανάστασης και της Ανάληψης του Κυρίου μας.

Γνωρίζουμε από την επιστήμη ότι η ιστορία της γης ξεκινά πολλά εκατομμύρια χρόνια πριν, ότι πέρασε ένα τεράστιο χρονικό διάστημα μέχρι να εμφανιστεί ζωή μέσα στη θάλασσα, ότι η ζωή της θάλασσας εξελίχθηκε σε πάρα πολλά είδη, κάποια είδη έγιναν αμφίβια ερπετά που βγήκαν και εγκλιματίστηκαν στη στεριά, κι από αυτά κάποια είδη ερπετών εξελίχθηκαν σε πτηνά και σε ζώα που κατοικούσαν μόνιμα στην ξηρά. Απ΄ αυτά προήλθαν με διάφορους εξελικτικούς μηχανισμούς οι δεινόσαυροι και αργότερα τα θηλαστικά και πιο εξελιγμένα ερπετά, πολύ αργότερα εμφανίστηκαν τα ανθρωποειδή κι απ΄ αυτά τελικά ο άνθρωπος όπως τον γνωρίζουμε σήμερα. Η εμφάνιση του ανθρώπου στην γη είναι ένα πάρα πολύ πρόσφατο γεγονός στην ιστορία της δημιουργίας, παρ΄ όλα αυτά σύμφωνα με την επιστήμη, τα πρώτα είδη που χρησιμοποίησαν εργαλεία, εμφανίστηκαν μερικές εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια πριν. Πολύ αργότερα εμφανίστηκαν οι γεωργοί και οι τεχνίτες της πέτρας ενώ πολύ πολύ πρόσφατη είναι η εμφάνιση των σιδηρουργών και των πόλεων.

Αφού λοιπόν εστιάζει την διήγηση στην επιφάνεια της γης, η Γένεση αναφέρει μια θαυμαστή ιστορία: Η γη είναι σκεπασμένη από αδιαπέραστο σκοτάδι λόγω του τεράστιου στρώματος ατμών που σκέπαζαν την ακατασκεύαστη ακόμη επιφάνεια της γης. Ήταν λοιπόν «αόρατη και ακατασκεύαστη». Σιγά σιγά, η επιφάνεια ψύχονταν. Το νερό υγροποιούνταν και μια τεράστια μάζα του σκέπασε ολόκληρη την επιφάνεια της γης με μια «άβυσσο» σκοτεινή που όμως το Πνεύμα το Άγιο, ο «Ζωής χορηγός» περιέθαλπε συνεχώς προς ζωογονίαν. Μέσα στα νερά λοιπόν μας λέει η ιστορία γεννήθηκε η ζωή από την πρώτη κιόλας «μέρα» της διήγησης. Αργότερα, το εξαερωμένο νερό ελαττώθηκε και το φως του ήλιου έφτασε στην επιφάνεια της γης διάχυτο, σαν της βαριά συννεφιασμένης μέρας. Έτσι έγινε φανερή η διαφορά της μέρας από τη νύχτα.

Στην δεύτερη περίοδο της διήγησής μας έχουμε μεγαλύτερη αραίωση των ατμών, τα σύννεφα πλέον σηκώνονται ψηλά, και δημιουργείται το στερέωμα του ουρανού, όπως το ξέρουμε σήμερα. Παρόλα αυτά ακόμη ο ήλιος δεν είχε φανεί. Μόνο διάχυτο φως.

Αργότερα, μαζεύτηκαν τα νερά στους ωκεανούς και τις θάλασσες και φάνηκε η ξηρά που άρχισε να βλασταίνει φυτά και δένδρα, πάντα με τη μέθοδο των σπόρων. Φυτό από φυτό, δένδρο από δένδρο, είδος από είδος, «κατά γένος» όπως τονίζεται πολλές φορές στη διήγηση. Εν τω μεταξύ, αραίωσαν τα σύννεφα πια και φάνηκε ο ήλιος, το φεγγάρι και τα άστρα. Ο Θεός δίνει την εντολή να βγει η ζωή από την θάλασσα στην ξηρά. Κάποια από τα ζώα της θάλασσας άρχισαν να βγαίνουν στην ξηρά, ως αμφίβια ερπετά και κάποια από αυτά άρχισαν να πετάνε στο στερέωμα του ουρανού. Γέμισε η γη σιγά σιγά με τα ερπετά που πετούσαν και τα «μεγάλα κήτη» δηλαδή τους δεινόσαυρους. Πολύ αργότερα, την έκτη πια «μέρα», έδωσε ο Θεός την εντολή να εξαχθούν από τα ζώα της γης πλέον, τα θηρία και τα κτήνη, δηλαδή τα φυτοφάγα και τα σαρκοφάγα θηλαστικά, καθώς επίσης και πιο τέλεια ερπετά χωρίς πόδια τα φίδια. Όλα τα ζώα εμφανίστηκαν το ένα από το άλλο, αλλά όπως τονίζει η διήγηση, το κάθε ένα είδος κρατούσε τη σταθερότητά του: «κατά γένος αυτών». Ακόμη, σε κάθε στάδιο της δημιουργίας, τονίζει η διήγηση το γεγονός ότι ο Θεός έκρινε το αποτέλεσμα, οδηγούσε την δημιουργία του προς την τελειότητα, δεν ήταν απών μετά την πρώτη αρχή, την σπορά του σπόρου. «Και είδεν ο Θεός ότι καλά λίαν»

Πως δημιουργούνται οι ποικιλίες των ειδών τη στιγμή που η σταθερότητα των ειδών είναι δεδομένη; Τώρα πια, η επιστήμη έχει ανακαλύψει κάποιους από τους μηχανισμούς: η διασταύρωση των ειδών είναι ένας, οι μεταλλάξεις των γονιδίων είναι ένας ακόμη. Υπάρχουν και άλλοι. Ο συνδυασμός όλων σε συνάρτηση με τον χρόνο έδωσε τις ποικιλίες που ξέρουμε. Και ενώ η μία ποικιλία, το ένα είδος συνέχιζε να υπάρχει σταθερό με την βοήθεια του γονιδιακού υλικού (DNA), οι μεταλλάξεις και οι διασταυρώσεις γεννούν ένα νέο είδος, μια νέα ποικιλία, έναν ακόμη κλάδο στο δένδρο της δημιουργίας που αναδιπλώνεται μέσα στο χρόνο. Η πρόνοια του Θεού είναι ο μεγάλος ρυθμιστής και συντονιστής των γεγονότων. Τίποτε δεν είναι τυχαίο.

Αν ερευνήσουμε τα στάδια ανάπτυξης ενός ανθρώπινου εμβρύου, θα ανακαλύψουμε ότι διαγράφει μια μικρή αναδρομή στην παραπάνω ιστορία της δημιουργίας: Ξεκινά μέσα στο αμνιακό υγρό της μήτρας ως ένας μονοκύτταρος οργανισμός, σαν τους πρώτους οργανισμούς που κολύμπησαν μέσα στο σκοτεινό ωκεανό της πρώτης ημέρας. Καθώς αναπτύσσεται σε έμβρυο, έχει ακόμη τις εμβρυακές θήκες των βραγχίων, κάποιες δηλαδή σχισμές στο λαιμό που έχουν και τα ψάρια. Τα κύτταρά του διαφοροποιούνται σε νέου τύπου ιστούς, διαμορφώνεται σε μωρό και γεννιέται, βγαίνοντας από το υγρό της μήτρας, συνεχίζοντας την ανάπτυξή του προς την τελειότητα ως ενήλικος πια οργανισμός.

Βασικός νόμος της Βιολογίας είναι ότι η ζωή προέρχεται από ζωή, κύτταρο από κύτταρο. Τίποτε δεν εμφανίζεται ξεκρέμαστο και αποκομμένο από την υπόλοιπη δημιουργία. Πραγματικά, αυτήν ακριβώς την αλληλουχία της ζωής τονίζει και η εξαήμερος, διδάσκοντας έτσι, την οντολογική ενότητα της κτίσεως, την συγγένεια όλων των όντων. Γι΄ αυτό και ο Απόστολος Παύλος γράφει: «Η κτίση συστενάζει και συνοδύνει αποκαραδοκούσα την απολύτρωση των τέκνων του Θεού». Αν δεν υπήρχε οντολογική ενότητα, από τα στοιχεία της φύσης, την ύλη, τα φυτά, τα ζώα, μέχρι τους ανθρώπους, τότε πώς θα είχε σωθεί ολόκληρη η κτίση με την Ανάσταση του Ιησού;

Συνεχίζει λοιπόν η διήγηση με τη δημιουργία του ανθρώπινου είδους που ως τελειότερο εμφανίστηκε τελευταίο. Δεν αναφέρει ακόμη για τον Αδάμ και την Εύα. Δεν αναφέρει για το εμφύσημα, το οποίο θα το δούμε παρακάτω, στο δεύτερο κεφάλαιο. Αναφέρει όμως και το τονίζει, ότι ο άνθρωπος έγινε κατ΄ εικόνα της Αγίας Τριάδος. Χρησιμοποιεί η διήγηση μια παράξενη εναλλαγή μεταξύ ενικού και πληθυντικού που αν την προσέξουμε θα μας φανερώσει ουσιαστικές αλήθειες: «Είπε ο Θεός (ενικός), να φτιάξουμε (πληθυντικός) άνθρωπον (ενικός) κατ΄ εικόνα (ενικός) μας (πληθυντικός) και καθ΄ ομοίωση, για να άρχουν (πληθυντικός) .... Και έφτιαξε ο Θεός τον άνθρωπο (ενικός), κατ΄ εικόνα Θεού τον έφτιαξε (ενικός). Αρσενικό και θηλυκό τους έφτιαξε (πληθυντικός).

Τι βγαίνει από τις εναλλαγές αυτές; Ο Θεός είναι ένας (είπε ο Θεός) σε τρία πρόσωπα (να φτιάξουμε). Το ίδιο είναι και ο άνθρωπος: ολόκληρη η ανθρωπότητα είναι ένας άνθρωπος (να φτιάξουμε τον άνθρωπο). Η φύση του ανθρώπου είναι μία και κοινή σε όλα τα πρόσωπα. Τα πρόσωπα όμως είναι πολλά (να άρχουν..). Η εικόνα του Θεού είναι μία: ο Ιησούς Χριστός, ο σαρκωθείς Λόγος του Θεού δια του οποίου τα πάντα δημιουργήθηκαν. (κατ΄ εικόνα Θεού τον έφτιαξε). Παρατηρούμε ότι εδώ το κείμενο βάζει τελεία και συνεχίζει: Αρσενικό και θηλυκό τους έφτιαξε. Το ότι ο άνθρωπος και όλη η κτίση βέβαια είναι χωρισμένη σε αρσενικό και θηλυκό, δεν είναι στην εικόνα του Θεού. Είναι πρόσκαιρο χαρακτηριστικό της φθαρτής τούτης ζωής, μια πρόσθετη συνεκτική ιδιότητα της ύλης που μας χάρισε ο Θεός ως δερμάτινους χιτώνες για να μην διασπασθούμε εντελώς, μέσα στην κατάσταση της απομάκρυνσης από την συνεκτική Χάρη του Θεού.

Ολοκληρώνεται λοιπόν και η έκτη ημέρα της δημιουργίας με την παράδοση της κτίσης ολόκληρης στην διάθεση του ανθρώπου που αυξήθηκε και πλήθυνε και γέμισε και κατακυρίευσε τη γη. Ολοκληρώνεται και το πρώτο κεφάλαιο της Γένεσης, της περιγραφής της Δημιουργίας του Θεού. Στο δεύτερο κεφάλαιο έχει αρχίσει μια άλλη ιστορία, η ιστορία της σωτηρίας από την φθορά και τον θάνατο. Η περιγραφή του προαιώνιου σχεδίου του Θεού για τη θέωση του ανθρώπου. «Συμπληρώθηκαν λοιπόν ο ουρανός και η γη και όλος ο διάκοσμος αυτών». Μπαίνουμε έτσι στη έβδομη ημέρα, όπου εμφανίζεται ο Θεός να καταπαύει από το έργο της δημιουργίας. Είναι η ημέρα εκείνη του Μεγάλου Σαββάτου, η αγιασμένη, κατά την οποία ο Κύριος αποτελείωσε όλα τα έργα Του, και τα της Δημιουργίας, και τα της Σωτηρίας. Και έχοντας ολοκληρώσει την ένωσή Του με την κτίση Του μέχρι θανάτου, είπε επάνω στον σταυρό εκείνον τον τελευταίο λόγο, «τετέλεσται».

Ο Θεός ήθελε να φτιάξει τον άνθρωπο κατ΄ εικόνα και ομοίωσή Του, αλλά τελικά στη διήγηση αναφέρει ότι τον έφτιαξε μόνο κατά την εικόνα Του. Σύμφωνα με τους Πατέρες της Εκκλησίας, η δημιουργία του Θεού είναι διπλή: προηγείται η «δεύτερη» δημιουργία, αυτή που υπόκειται στην κατάσταση της φθοράς, αυτή μέσα στην οποία ζούμε τώρα και γνωρίζουμε, δηλαδή η κατάσταση του πόνου, της θλίψης, της αδικίας και του θανάτου. Αυτή η δημιουργία δεν είναι η αρχική θέληση του Θεού. Αποτελεί όμως μια πρόσκαιρη μεταβατική κατάσταση που οδηγεί τελικά στην «πρώτη» δημιουργία του Θεού, στην κατάσταση της Ανάστασης και της Αφθαρσίας, στο μυστήριο της όγδοης ημέρας, της αιώνιας και ατελεύτητης που είναι ο προαιώνιος σκοπός του Θεού. Πολλοί άνθρωποι δεν μπορούν να κατανοήσουν γιατί υπάρχει η θλίψη ο πόνος και ο θάνατος. Πως είναι δυνατόν ο Θεός που αγαπά τα παιδιά του να επιτρέπει να υποφέρουν; Δεν μπορούν να δουν, κάτω από τον πρόσκαιρο αυτό μανδύα, το φως της ανέσπερης ημέρας. Δεν μπορούν να αντιληφθούν την οντολογική ωφέλεια που αποκομίζει ο Άνθρωπος από αυτό το βίωμα του πόνου και της θλίψης. «Εν θλίψη επλάτυνάς με» λέει ο ψαλμωδός. Αυτή όμως η θλίψη είναι που οδηγεί και ενώνει τον άνθρωπο με το Πνεύμα το Άγιο. Μέσα από τον υπέρτατο πόνο και την βαθύτερη θλίψη της εγκατάλειψης μπόρεσε ο Χριστός να νικήσει τον θάνατο κα να αναστηθεί, ανασταίνοντας την ολόκληρη την κτίση.

Έτσι λοιπόν, ο Αδάμ δεν είναι ο πρώτος άνθρωπος που δημιουργήθηκε ξαφνικά και αποκομμένος από το υπόλοιπο σύνολο της δημιουργίας, δεν πλάστηκε νεκρό πήλινο άγαλμα που ο Θεός «φύσηξε τη ζωή στα ρουθούνια του»!! (όπως μεταφράζουν μερικοί το αντίστοιχο στίχο), αλλά ο Αδάμ είναι ένας από τους ανθρώπους που πήρε ο Θεός και τον τοποθέτησε στον κήπο της Εδέμ, όπως αναφέραμε και παραπάνω. Η διήγηση της Γένεσης, ασχολείται ιδιαίτερα μαζί του γιατί ο Αδάμ είναι η οντολογική αρχή της φθαρτής μας φύσης, ο οντολογικός προπάτορας του Ανθρώπου στη δεύτερη Δημιουργία που έγινε «εν τη προόψει της πτώσεως», γιατί στο πρόσωπό του ανακεφαλαιώνεται η υπερηφάνεια και η παρακοή και η πτώση της ανθρώπινης φύσης. Ο Θεός ήξερε ότι ο Άνθρωπος έχει ανάγκη να γνωρίσει σε βάθος την προέλευσή του και τις συνέπειες της απομάκρυνσής του από την πηγή της ζωής. «Γη ει και εις γην απελεύση». Χώμα (ύλη) είσαι και στο χώμα θα ξαναγυρίσεις. Χωρίς τον Θεό που με αγάπη σε κρατά στην ύπαρξη, δεν μπορείς να υπάρχεις. Είσαι θεός, αλλά όχι από μόνος σου. Μόνο κατά χάρη. Αυτό, για να το νοιώσει ο Άνθρωπος και να μην πέσει στην υπερηφάνεια να θεωρήσει αυθύπαρκτο Θεό τον εαυτό του, όπως τον συμβούλεψε ο πονηρός «Όφις», έπρεπε να γνωρίσει τη φθορά στο πετσί του. Έπρεπε να γνωρίζει την προέλευσή του. Εξάλλου, ο Αδάμ είναι προπάτοράς μας και στη μετάνοια. Είναι ο πρώτος άνθρωπος που μετανοεί και επιστρέφει στον Θεό. Γι΄ αυτό γίνεται και η αρχή της σωτηρίας, οδηγεί, εν χρόνω, στην γέννηση της Υπεραγίας Θεοτόκου, στην «Δεύτερη Εύα» όπως την αποκαλεί η Εκκλησία, που με την ταπείνωση και την υπακοή της αναίρεσε την υπερήφανη κίνηση της πρώτης Εύας και αποτέλεσε την προϋπόθεση της Σωτηρίας από την φθορά, αποτέλεσε το χέρι εκείνο που έτεινε η κτίση προς τον Θεό για να τη θεώσει. Σ΄ αυτή τη γυναίκα αναφέρεται, η συνέχεια της διήγησης, όταν μιλά ο Χριστός στον όφι και του λέει ότι «θα εχθρεύεσαι το σπέρμα της γυναικός (δηλαδή τον Χριστό), θα στραφείς εναντίον του και θα του πληγώσεις την πτέρνα (δηλαδή θα τον θανατώσεις), αλλά αυτός θα σου σπάσει το κεφάλι (με την Ανάσταση)». «Πού σου, Άδη, το νίκος; Πού σου, θάνατε, το κέντρο; Ανέστη Χριστός και πεπτώκασι δαίμονες!» αναφωνεί ο Αγ. Ιωάννης ο Χριστόστομος.

Ο Αδάμ λοιπόν δεν ήταν ο πρώτος άνθρωπος. Σύμφωνα με τη διήγηση που ακολουθεί στο δεύτερο κεφάλαιο, ο Αδάμ και η Εύα ανήκουν σε μια πολύ πολύ πρόσφατη εποχή της ιστορίας, γιατί τα παιδιά τους, ο Κάιν και ο Άβελ, ήταν γεωργοί και κτηνοτρόφοι, και το εγγόνι τους ζούσε σε πόλεις και ήταν «σφυροκόπος χαλκεύς χαλκού και σιδήρου» (Γεν. δ΄ 22). Υπήρχαν λοιπόν έξω από τον παράδεισο όχι απλώς άλλοι άνθρωποι αλλά πάρα πολλοί άνθρωποι. Ποιες παντρεύτηκαν τα παιδιά του Αδάμ; Για ποιο λόγο έφτιαξαν πόλεις; Ποιους φοβόταν ο Κάιν όταν ζήτησε σημείο από τον Θεό; «Πας ο ευρίσκων με αποκτενεί με». Δηλαδή: όποιος με βρει θα με σκοτώσει. Το «Πας» αναφέρεται μόνο σε ανθρώπους.

Γιατί αλήθεια σκανδαλιζόμαστε όταν μαθαίνουμε στα σχολεία ότι ο άνθρωπος κατάγεται από άλλα ζώα, και ότι τελικά τα πάντα είναι ύλη, χώμα, τη στιγμή που αυτό βροντοφωνάζει η Αγία Γραφή και η υμνολογία της Εκκλησίας; Χώμα είσαι, χώμα και ύλη που ο Θεός δημιούργησε από το μηδέν. Αν ζεις αιώνια, είναι γιατί Εκείνος το θέλησε με αγάπη, είναι γιατί στο πρόσωπό σου, στη ζωή σου, στην ψυχή σου, φύσηξε το Πνεύμα του το Άγιο, και σε έκανε ζώντα στον αιώνα. Αυτό το «πρόσωπο», η μοναδικότητα του καθενός μας, η κατ΄ εικόνα του Θεού πραγματικότητά μας, είναι αυτό που αναπαύεται στο «Χέρι» του Θεού, στη γνώση του Θεού, όταν πεθαίνουμε και αυτό είναι που θα αναστηθεί και θα αποδώσει πάλι τον άφθαρτο πια εαυτό μας στην αιώνια Βασιλεία του Κυρίου. (Για το μυστήριο του προσώπου, βλέπε εκτενέστερα στο βιβλίο που προαναφέραμε). Αυτό που διαφέρει ο άνθρωπος από τα άλλα ζώα, είναι ότι αυτός, σε αντίθεση με τα ζώα, έχει τη δυνατότητα να δεχθεί την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Αυτή τη δυνατότητα την έχει επειδή πλάστηκε κατ΄ εικόνα Θεού, δηλαδή είναι πρόσωπο. Ο εμποτισμός του προσώπου μας με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, είναι ο σκοπός της ζωής μας. Το καθ΄ ομοίωση. Γι΄ αυτό είμαστε δημιουργημένοι και σ΄ αυτό είμαστε καλεσμένοι: στο καθ΄ ομοίωση. Να ομοιάσουμε δηλαδή στον Θεό. Να γίνουμε παιδιά Του και να ζήσουμε στην αγκαλιά Του, σε πλήρη κοινωνία μαζί Του και μεταξύ μας. Να ξαναγεννηθούμε στη Βασιλεία του Θεού επιστρέφοντας στα νερά της κολυμβήθρας που περιθάλπει το Πνεύμα το Άγιο.

Αμήν.